εύροος

εὔροος, -ον (ΑΜ)
βλ. εύρους.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔροος — ἐύρρους masc/fem nom sg εὔροος fair flowing masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐροωτέραις — εὔροος fair flowing fem dat comp pl εὐροωτέρᾱͅς , εὔροος fair flowing fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐροώτερον — ἐύρρους masc/fem acc comp sg ἐύρρους neut nom/voc/acc comp sg εὔροος fair flowing masc acc comp sg εὔροος fair flowing neut nom/voc/acc comp sg εὔροος fair flowing adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐροωτέρα — εὐροωτέρᾱ , εὔροος fair flowing fem nom/voc/acc comp dual εὐροωτέρᾱ , εὔροος fair flowing fem nom/voc comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐροωτέρας — εὐροωτέρᾱς , εὔροος fair flowing fem acc comp pl εὐροωτέρᾱς , εὔροος fair flowing fem gen comp sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐροώτατον — ἐύρρους masc/fem acc superl sg ἐύρρους neut nom/voc/acc superl sg εὔροος fair flowing masc acc superl sg εὔροος fair flowing neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐρόως — ἐύρρους masc/fem acc pl (doric) εὔροος fair flowing adverbial εὔροος fair flowing masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔροον — ἐύρρους masc/fem acc sg ἐύρρους neut nom/voc/acc sg εὔροος fair flowing masc/fem acc sg εὔροος fair flowing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εύρους — εὔρους, ουν και εὔροος, ον (ΑΜ Α και ἐύρροος, ον) 1. (για ποταμό) αυτός που ρέει όμορφα, που έχει καθαρό και άφθονο ρεύμα νερού 2. (για πηγάδι) αυτό που αναβλύζει άφθονο νερό αρχ. 1. άφθονος 2. (για τον οργανισμό) αυτός τού οποίου το εκκριτικό… …   Dictionary of Greek

  • ԴԻՒՐԱՀՈՍ — ( ) NBH 1 0632 Chronological Sequence: Unknown date ա. εὕροος Որ դիւրաւ հոսի. հալուկ. *Որպէս դիւրահոս գետ ընթանայ. Վրդն. սղ.: *Եւ առ այլսն դիւրահոս աստուստ. Պղատ. տիմ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.